18:23, Τετάρτη
25 Μαΐου 2022

Πώς η «Συννεφιασμένη Κυριακή» γεννήθηκε σ’ ένα υπόγειο της Παύλου Μελά

Ρεπορτάζ: Αναστασία Καρυπίδου

    «Συννεφιασμένη Κυριακή, μοιάζεις με την καρδιά μου…». ‘Εχει χιλιοτραγουδηθεί από γνωστούς καλλιτέχνες και από όλο τον λαό, ενώ αποτέλεσε ένα από τα τραγούδια που σηματοδοτούν μία ολόκληρη ιστορική εποχή. Πόσοι, όμως, γνωρίζουν πώς αυτοί οι στίχοι που μιλούν στην καρδιά μικρών και μεγάλων εδώ και δεκαετίες «γεννήθηκαν» σ’ ένα υπόγειο διαμέρισμα της οδού Παύλου Μελά, στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, σε μέρες γερμανικής Κατοχής, αντίστασης, εμφυλίου και εξόντωσης των Εβραίων;

    Την προσφορά του Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος για έξι χρόνια έζησε κι εργάστηκε στην οδό Παύλου Μελά και πιο συγκεκριμένα από το 1941 έως και το 1946, τίμησε ο δήμος Θεσσαλονίκης τοποθετώντας δύο αναμνηστικές πλάκες σε σημεία από τα οποία περνούν αρκετοί -ίσως- καθημερινά και βιαστικά, ωστόσο λίγοι γνωρίζουν την ιστορία τους: στην οδό Παύλου Μελά, στον αριθμό 22, όπου λειτουργούσε το θρυλικό «Ουζερί Τσιτσάνης», αλλά και ακριβώς απέναντι, στην οδό Παύλου Μελά 21, όπου στο συγκεκριμένο διατηρητέο ο Τσιτσάνης έζησε με τη σύζυγό του, Ζωή Σαμαρά και γεννήθηκαν τα παιδιά του.

    Ο Τσιτσάνης ήρθε αρχικά στη Θεσσαλονίκη το 1937 ως φαντάρος, στο Τάγμα Τηλεγραφητών, στο στρατόπεδο πίσω από τη Νομαρχία. Στη συνέχεια, πολέμησε στο μέτωπο, γνώρισε τη γυναίκα του και εγκαταστάθηκε στην πόλη μας εκ νέου το 1941 όπου σε ηλικία 26 ετών, μαζί με τον κουνιάδο του Αντρέα Σαμαρά, άνοιξε το «Ουζερί Τσιτσάνης» για να μπορέσει να επιβιώσει οικονομικά. Ο χώρος είχε λίγα τραπέζια, οι παλαιότεροι που σύχναζαν εκεί ανέφεραν πως μετά βίας υπήρχαν δέκα τραπέζια, τα οποία όμως γέμιζαν ασφυκτικά κάθε βράδυ που τραγουδούσε ο Τσιτσάνης.

    Το μενού στο μαγαζί ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτο. Σέρβιρε μόνο τυρί και ψητή σαρδέλα, αφού τα αποθέματα σε φαγητό ήταν περιορισμένα και οι ‘Ελληνες πέθαιναν από την πείνα. Σε αυτό το σκηνικό ήταν πάντα και οι Γερμανοί που περνούσαν για λίγα λεπτά από τον χώρο για να σιγουρευτούν ότι όλα κυλούσαν ήρεμα. 

    Εξαιτίας των γερμανικών μπλόκων και λόγω του ότι η κυκλοφορία απαγορεύονταν τα βράδια, ο Βασίλης Τσιτσάνης νοίκιασε ένα σπίτι ακριβώς απέναντι από το ουζερί για να μπορεί να «πετάγεται». Εκεί, σε αυτό το υπόγειο έζησε τη διάρκεια των έξι χρόνων και μέσα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία με τις εκτελέσεις, τις προδοσίες, τους τουφεκισμούς, την αιχμαλωσία και την πείνα έγραψε πολλά διάσημα τραγούδια, με τους τόπους και τα πρόσωπα των οποίων έκανε τη Θεσσαλονίκη διάσημη. 

    Έγραψε τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», την «Αχάριστη», το «Μπαχτσέ Τσιφλίκι», την «Αρχόντισσα», τα «Πέριξ», το «Τρέξε μάγκα να ρωτήσεις», την «Αθηναίισσα», το «Τι σε μέλλει εσένα κι αν γυρνώ», το «Μπλόκο» και πολλά άλλα, ενώ υπολογίζεται πως το «Ουζερί Τσιτσάνης» έκλεισε μετά το 1947 που έφυγε ο Τσιτσάνης για την Αθήνα.

    Με τις δύο αναμνηστικές πλάκες που τοποθετήθηκαν από τη διοίκηση του δήμου Θεσσαλονίκης, παρουσία και του δημάρχου Κωνσταντίνου Ζέρβα, οι επισκέπτες αλλά και οι κάτοικοι της πόλης θα έχουν τη δυνατότητα να μαθαίνουν αλλά και να ξαναθυμούνται την ιστορία του μεγάλου ‘Ελληνα συνθέτη του ρεμπέτικου τραγουδιού.

    Οι πλάκες τοποθετήθηκαν ανήμερα της γέννησης και του θανάτου του Τσιτσάνη σε μια συμβολική απόδοση τιμής με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 107 χρόνων από τη γέννηση του και 38 από τον θάνατό του. Ο Βασίλης Τσιτσάνης γεννήθηκε στα Τρίκαλα, στις 18 Ιανουαρίου 1915 και άφησε την τελευταία του πνοή στο Λονδίνο, στις 18 Ιανουαρίου 1984.

    Πέρα, όμως από τις δύο αναμνηστικές πλάκες που διαθέτουν QR ώστε οι ενδιαφερόμενοι χρησιμοποιώντας τα κινητά τους τηλέφωνα να λαμβάνουν πληροφορίες από τη ζωή, την πορεία και το έργο ενός από τους σημαντικότερους μουσικούς υμνητές της Θεσσαλονίκης, η Διεύθυνση Πολιτισμού και Τουρισμού του δήμου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Καλοκαιριού προετοιμάζει διήμερο αφιέρωμα στον Βασίλη Τσιτσάνη με ρεμπέτικες κομπανίες και σχήματα της πόλης. Τέλος, και η Γ’ Δημοτική Κοινότητα διοργανώνει κάθε χρόνο «Βραδιά Τσιτσάνη» στην ομώνυμη πλατεία της Άνω Πόλης.

Από την έντυπη εφημερίδα Karfitsa