Οι Πανελλαδικές δεν είναι το τελευταίο δικαστήριο της ζωής. Είναι απλώς ένας δύσκολος σταθμός σε μια χώρα που ακόμη μπερδεύει το πτυχίο με τη σωτηρία
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Κάθε Μάιο και κάθε Ιούνιο, η ελληνική οικογένεια φοράει το καλό της άγχος. Σιδερώνει προσδοκίες, στρώνει τραπέζι με συμβουλές, βάζει στο παιδί ένα ποτήρι νερό, ένα φυλαχτό, μια ευχή και ένα φορτίο που κανονικά θα ήθελε γερανό. Οι Πανελλαδικές είναι κάτι περισσότερο από εξετάσεις. Είναι το εθνικό μας οικογενειακό ψυχόδραμα με στυλό, νεράκι χωρίς ετικέτα και γονείς έξω από τα κάγκελα να κοιτούν σαν να δικάζεται το μέλλον του σπιτιού.
Κι εκεί αρχίζει το μεγάλο ψέμα. Ότι υπάρχει ένας δρόμος. Ότι το παιδί πρέπει να περάσει. Ότι αν δεν περάσει, κάτι δεν πήγε καλά. Ότι αν δεν μπει σε μια σχολή, καλύτερα σε «καλή» σχολή, καλύτερα σε σχολή που να μπορεί να προφέρεται με κοινωνική υπερηφάνεια στο οικογενειακό τραπέζι, τότε έχασε το τρένο. Μόνο που η ζωή δεν είναι ΚΤΕΛ με μία αναχώρηση στις 8.15. Έχει αλλαγές, στάσεις, καθυστερήσεις, επιστροφές, και μερικές φορές το παιδί σώζεται ακριβώς επειδή δεν μπήκε στο τρένο που του δείχναμε με τόση βεβαιότητα.
Το πιο σκληρό δεν είναι η αποτυχία στις εξετάσεις. Είναι το βλέμμα μετά. Το βλέμμα του γονιού που προσπαθεί να κρύψει την απογοήτευση και δεν τα καταφέρνει. Το βλέμμα του συγγενή που ρωτάει «και τώρα τι;», σαν να έχει προηγηθεί ναυάγιο. Το βλέμμα του παιδιού στον καθρέφτη, όταν αρχίζει να πιστεύει ότι τρεις ώρες σε μια αίθουσα μπορούν να μετρήσουν την αξία του. Εκεί είναι το έγκλημα. Όχι στον βαθμό. Στην ταύτιση του βαθμού με την ανθρώπινη υπόσταση.
Βεβαίως, οι σπουδές είναι πολύτιμες. Το πανεπιστήμιο μπορεί να ανοίξει μυαλά, δρόμους, κόσμους. Αλλά άλλο πράγμα η γνώση και άλλο η ελληνική εμμονή με το πτυχίο ως οικογενειακό παράσημο. Έχουμε γεμίσει πτυχιούχους που εργάζονται σε δουλειές άσχετες με αυτό που σπούδασαν, νέους που κυνηγούν μεταπτυχιακά για να καθυστερήσουν την απογοήτευση, και γονείς που ακόμη πιστεύουν πως μια κορνίζα στον τοίχο εγγυάται μισθό, αξιοπρέπεια και μέλλον. Δεν τα εγγυάται. Πολλές φορές δεν εγγυάται ούτε συνέντευξη.
Το πιο παράδοξο είναι ότι την ίδια ώρα η αγορά εργασίας ψάχνει τεχνίτες με το κιάλι. Υδραυλικούς, ηλεκτρολόγους, ψυκτικούς, μηχανικούς εφαρμογών, τεχνικούς εγκαταστάσεων, ανθρώπους με δεξιότητα, συνέπεια και χέρια που ξέρουν να κάνουν κάτι πραγματικό. Κι εμείς ακόμη αντιμετωπίζουμε την τεχνική εκπαίδευση σαν δεύτερη κατηγορία. Σαν λύση ανάγκης. Σαν εκείνο το παιδί που «δεν τα παίρνει τα γράμματα». Τεράστια κοινωνική ανοησία, σε συσκευασία δήθεν αξιοπρέπειας.
Δεν απέτυχε το παιδί που δεν πέρασε. Απέτυχε μια κοινωνία που του έμαθε ότι υπάρχει μόνο μία μορφή επιτυχίας. Απέτυχε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που εξετάζει εξαντλητικά, αλλά καθοδηγεί ελάχιστα. Απέτυχε μια αγορά που ζητά δεξιότητες, ενώ το σχολείο συνεχίζει να παράγει άγχος σε πακέτα των τριών ωρών.
Ας αφήσουμε, λοιπόν, τα παιδιά να αναπνεύσουν. Να δοκιμάσουν. Να σπουδάσουν αν το θέλουν. Να μάθουν μια τέχνη αν τους ταιριάζει. Να αλλάξουν πορεία χωρίς να νιώθουν ότι πρόδωσαν το σόι. Οι Πανελλαδικές είναι σημαντικές. Αλλά δεν είναι η ζωή. Η ζωή, ευτυχώς, είναι πολύ πιο ατίθαση. Και πολύ πιο γενναιόδωρη από ένα μηχανογραφικό.



