Με μεγάλη επιτυχία ολοκληρώθηκαν και οι 18 παραστάσεις του Mephisto. Ένα έργο που άφησε το δικό του στίγμα στη Θεσσαλονίκη με πρωταγωνιστή τον Νικόλα Βαγιονάκη, βασισμένο στο σκοτεινό μυθιστόρημα του Klaus Mann, που αφηγείται την ιστορία του ηθοποιού Χέντρικ Χέφγεν. Ένα πολυδιάστατο έργο, όπως ακριβώς είναι και η ίδια η ζωή.
Ο Νικόλας Βαγιονάκης μας μεταφέρει σε μια ατμόσφαιρα καμπαρέ που ανθίζει στον μεσοπόλεμο. Εκεί μας εξιστορεί την πορεία του ήρωα Χέντρικ Χέφγκεν από το ξεκίνημά του στο Θέατρο Τέχνης του Αμβούργου το 1926 μέχρι το 1936 που αναδεικνύεται σε λαμπερό αστέρι του Τρίτου Ράιχ, το πως καταλήγει και ποίες είναι οι συνέπειες.
Ο Χέντρικ Χέφγκεν επιτυγχάνει τον σκοπό του και πηγαίνει στο Βερολίνο όπου και γίνετε διευθυντής του Εθνικού θεάτρου. Κάνει τεράστια επιτυχία έχοντας ως τον καλύτερο ρόλο της ζωής του, το Μεφίστο.
Ο Χέφγεν κάνει την επιλογή του και αποφασίζει να πουλήσει την ψυχή του στον διάβολο. Απαρνείται τα ιδανικά και τις αξίες του, τους φίλους και την οικογένειά του. Μέσα όμως από την μεγάλη καταξίωση έχει και συνέπειες και τον βλέπουμε στην πορεία να έρχεται αντιμέτωπος με αυτές.
Το τίμημα για να επιβιώσει μέσα στο τρίτο Ράιχ είναι να απαρνηθεί την παλιά του ζωή, τις σοσιαλιστικές του τάσεις και να γίνει μια από τις μαριονέτες της εξουσίας.
Ο Νικόλας Βαγιονάκης μιλάει για τον θεατρικό του ρόλο στην karfitsa.gr λέγοντας μας πως ο ήρωας ζεί και αναπνέει για το χειροκρότημα του κοινού. Τον Βλέπουμε να μεταμορφώνεται σε νάρκισσο και να θεωρεί πως το θέατρο του ανήκει και τον έχει ανάγκη. Τον βλέπουμε ακόμα και να “πουλάει” τους φίλους και την οικογένεια του.
Το έργο έχει στηθεί με τρόπο που το κοινό αλλάζει ρόλους και πότε είναι ο δικαστής του ήρωα, πότε είναι οι μαθητές του και πότε είναι το τρίτο Ράιχ. Ο Χέντρικ Χέφγκεν είναι μια περσόνα που λειτουργεί ως καθρέυτεις του ίδιου μας του εαυτού. Μας επιτρέπει να ταυτιστούμε και να δούμε στοιχεία του χαρακτήρα μας που μέχρι πρότινος δεν τα διακρίναμαι. Μπορεί όμως ακόμα και νας απωθήσει βλέποντας στοιχεία που μπορεί να μην αποτελούν καλό παράδειγμα για εμάς.
Στο κείμενο παρατηρούμε πως υπάρχει μια συχνή επανάληψη. Κάθε φορά που ο ήρωας θέλει να ξεφύγει από μια κατάσταση ή να δικαιολογήσει τον εαυτό του λέει την εξής χαρακτηριστική πρόταση, «μα εγώ είμαι απλά ένας ηθοποιός» Κάτι το οποίο λειτουργεί σαν κάθαρση μέσα στο μυαλό του.
Ο χαρακτήρας και η προσωπικότητα του αποτελούν έναν κόντρα ρόλο για εμένα, δεν θα μπορούσα ποτέ στον βωμό της δόξας να αλλοιώσω την αξιοπρέπεια και τα ιδανικά μου. Είναι όμως ένας πολυδιάστατος ρόλος και αρκετά ιντριγκαδόρικος και αυτά τα δύο ήταν αρκετά για να με ωθήσουν να τον επιλέξω.
Ο μονόλογος είναι μια τεράστια ευθύνη για τον ηθοποιό αλλά ταυτόχρονα έχει την δύναμη να τον απογειώσει. Οι θεατές ανταλλάσουν συναισθήματα με τον ήρωα και αποκτούν μια άτυπη συνωμοσία μαζί του.
Είναι η τρίτη φορά που αναλαμβάνω την πλήρη ταυτότητα μιας παράστασης. Από τον σχεδιασμό της μέχρι την επεξεργασία του κειμένου, την σκηνοθεσία και φυσικά την ερμηνεία.
Το θέατρο για μένα δεν αποτελεί μία κονσέρβα. Η ομορφιά και η δυσκολία του είναι πως μια παράσταση ξεκινάει και πεθαίνει κάθε φορά που παίζεις.
Η μαεστρία ενός ηθοποιού είναι να μπορεί να δημιουργήσει εικόνες στα μάτια του θεατή, χωρίς να έχει την ανάγκη να χρησιμοποιήσει σκηνικά να καταφέρει να παίξει με την φαντασία του κόσμου και να οραματιστούν το μέρος όπου διαδραματίζεται η ιστορία. Με ένα μίνιμαλ σκηνικό μπορείς να καταφέρεις τα πάντα. Ο φωτισμός είναι ο δεύτερος πρωταγωνιστής, είναι αυτός που μπορεί να δώσει τη μαγεία στο έργο.
Ο ηθοποιός δεν χρειάζεται να ακολουθεί επιρροές και τάσεις, χρειάζεται την αυτονομία του και την ταυτότητα του. Αυτά και μόνο αρκούν για να πορευτεί.
Για εμένα η μεγαλύτερη ανταμοιβή είναι όταν ο κόσμος δεν αντιλαμβάνεται το ποσό γρήγορα κυλάει η ώρα καθώς παρακολουθούν τις παραστάσεις μου.

.



