Στους 38ους Πανελλήνιους Αγώνες Στίβου Βετεράνων Αθλητών, που διεξήχθησαν στο Παμπελοποννησιακό Στάδιο της Πάτρας, ο 84χρονος Γιώργος Αλλοίμονος, μόνιμος κάτοικος Έβρου, κατέκτησε πέντε μετάλλια.
Ρεπορτάζ: Παναγιώτης Μανής
Ανέβηκε δύο φορές στο ψηλότερο σκαλί του βάθρου, στα 1.500 μέτρα και στα 5.000 μέτρα βάδην, ενώ κατέκτησε τρία αργυρά μετάλλια στα 400, στα 800 και στα 5.000 μέτρα. Τώρα προετοιμάζεται για τους Βαλκανικούς Αγώνες Στίβου Βετεράνων τον Σεπτέμβριο, αλλά κυρίως για τον Κλασικό Μαραθώνιο της Αθήνας.
«Κυνηγούσα τους παραβάτες τρέχοντας»
Ο Γιώργος Αλλοίμονος κατάγεται από τη Μικρή Μαντίνεια Μεσσηνίας, εδώ και πολλά χρόνια όμως πατρίδα του είναι η Αλεξανδρούπολη. Εκεί ξυπνά καθημερινά στις 5 το πρωί και τρέχει πέντε χιλιόμετρα.
«Αμέσως μετά βουτώ στη θάλασσα. Χειμώνα-καλοκαίρι, γιατί είμαι και χειμερινός κολυμβητής. Μία φορά την εβδομάδα τρέχω 15 χιλιόμετρα και μία φορά τον μήνα ξεπερνώ τα 25. Στη συνέχεια ασχολούμαι με αγροτικές εργασίες και φροντίζω τη σύζυγό μου, η οποία είναι κατάκοιτη», περιγράφει στην «Κ» ο αεικίνητος 84χρονος, ο οποίος άρχισε να ασχολείται με τον στίβο σε ηλικία 14 ετών.
Αργότερα εντάχθηκε στην Αστυνομία και οι υπηρεσιακές μεταθέσεις τον έφεραν στον Έβρο.
«Μια μέρα, σε έναν αγώνα τοπικού πρωταθλήματος σε χωριό του Έβρου, ένας νεαρός άρχισε να πετά πέτρες μέσα στο γήπεδο. Εγώ φορούσα τη στολή και, μόλις με είδε, άρχισε να τρέχει, νομίζοντας ότι θα μου ξεφύγει. Τον πρόλαβα, αλλά δεν τον έστειλα στο Αυτόφωρο», λέει γελώντας.

Θυμάται ακόμη ότι, όταν υπηρετούσε στο Αστυνομικό Τμήμα Φερών, δεν δίσταζε να καταδιώκει πεζός όσους επιχειρούσαν να διαφύγουν.
«Τους κυνηγούσα τρέχοντας και τους έπιανα», αναφέρει.
Έτρεξε τον πρώτο του Μαραθώνιο στην Αθήνα φορώντας ελβιέλες, ενώ λίγες ημέρες πριν από τον τελευταίο του, το 2024, είχε μαζέψει μόνος του 600 κιλά ελιές για το λάδι της χρονιάς.
Τώρα προετοιμάζεται για τους Βαλκανικούς Αγώνες Βετεράνων, τον Σεπτέμβριο στη Ρουμανία, αλλά στο μυαλό του βρίσκεται κυρίως ο Κλασικός Μαραθώνιος του Νοεμβρίου.
«Άλλοι λένε ότι θα περάσουν τέσσερις ή πέντε ώρες στο λεωφορείο για να πάνε από την Αλεξανδρούπολη στη Θεσσαλονίκη. Εγώ, σε πέντε ώρες, φτάνω τρέχοντας από τον Μαραθώνα στην Αθήνα», λέει με χιούμορ.
Πού βρίσκει, όμως, το κουράγιο να συνεχίζει;
«Έχω βάλει στόχο να ξεπεράσω τον φίλο μου, τον Παναγιώτη Δούση, που είναι 93 ετών και εξακολουθεί να παίρνει μέρος σε αγώνες. Τον πέρασα σε όλα τα αγωνίσματα στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Βετεράνων, αλλά θέλω να τον ξεπεράσω και στον αγώνα της ζωής», εξηγεί.
Ο αθλητής χωρίς στομάχι που έτρεξε ξυπόλητος στον Μαραθώνιο
Ο Παναγιώτης Δούσης δεν είναι μόνο ένα αθλητικό φαινόμενο. Είναι και ένα μικρό ιατρικό θαύμα.
Από το 2014 ζει χωρίς στομάχι, έπειτα από επέμβαση ολικής αφαίρεσης εξαιτίας καρκίνου. Και δεν ζει απλώς. Λίγα μόλις χρόνια πριν συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής, ο 93χρονος εξακολουθεί να συμμετέχει σε αγώνες.
«Όταν μου είπε ο γιατρός ότι έχω καρκίνο, ήταν σαν να μου είπε ότι έχω γρίπη. Είπα μέσα μου: “Δεν είναι τίποτα, θα περάσει”. Άμα βάλεις στο μυαλό σου ότι δεν μπορείς, τελείωσε», λέει για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε την ασθένεια.

Ο άνθρωπος που, μέχρι εκείνη τη στιγμή, δεν ήξερε –όπως λέει– τι θα πει βήχας, εντόπισε τον καρκίνο του στομάχου κατά τη διάρκεια μιας γαστροσκόπησης και πήρε αμέσως την απόφασή του.
«Τι είναι ο καρκίνος; Θα τον βγάλω και θα περάσει», είπε στους γιατρούς.
Σε ηλικία 81 ετών υπέγραψε και προχώρησε στην επέμβαση αφαίρεσης του στομάχου. Μόλις τρεις μήνες αργότερα είχε ήδη επιστρέψει στα ταρτάν.
Στα ταρτάν σήμερα, γιατί όταν άρχισε να τρέχει, σε ηλικία 15 ετών, δεν είχε ούτε αθλητικά παπούτσια. Έμαθε, λοιπόν, να τρέχει ξυπόλητος. Ξυπόλητος αγωνίστηκε και στον Μαραθώνιο του 1953.
«Ο Μεσσηνιακός μού είχε δώσει ένα ζευγάρι άσπρες, σκισμένες ελβιέλες. Ο μεγάλος Στέλιος Κυριακίδης, που είχε κερδίσει το 1946 τον Μαραθώνιο της Βοστώνης, με ρώτησε: “Πώς θα τρέξεις με σκισμένα παπούτσια;”. Έτσι αποφάσισα να τα βγάλω. Συνηθισμένος ήμουν, άλλωστε», θυμάται.
Η 80χρονη Θεσσαλονικιά που άρχισε να τρέχει στα 60 της
Η δικηγόρος Βούλα Τζεβελέκη από τη Θεσσαλονίκη άρχισε να συμμετέχει σε μαραθωνίους και ημιμαραθωνίους στα 60 της χρόνια, εξαιτίας μιας… κόντρας.
«Ήμασταν σε έναν χορό μεταμφιεσμένων και χορεύαμε μέχρι τελικής πτώσεως με έναν φίλο. Κάποια στιγμή τον προκάλεσα. Του είπα πως, αν ήθελε πραγματικά να πάμε κόντρα, μπορούσαμε να τρέξουμε στον ημιμαραθώνιο της Θεσσαλονίκης, καθώς είχαμε δει μια αφίσα μέσα στην αίθουσα της εκδήλωσης. Και εκείνος δέχτηκε», θυμάται.
Αυτός ήταν ο πρώτος της αγώνας. Άπειρη όπως ήταν, είχε πάρει μαζί της ένα τσαντάκι μέσης γεμάτο προμήθειες.

«Είχα μπανάνες και μπισκότα, γιατί νόμιζα ότι στη διαδρομή των δέκα χιλιομέτρων θα πεινάσω», αποκαλύπτει γελώντας στην «Κ».
Έκτοτε, εδώ και 20 χρόνια, δεν έχει αφήσει αγώνα για αγώνα, με τους ορεινούς ημιμαραθωνίους να αποτελούν τη μεγάλη της αδυναμία. Πριν από λίγες ημέρες συμμετείχε και στον αγώνα ορεινού τρεξίματος του Ξηρολίβαδου, στην Ημαθία.
«Άρχισα το τρέξιμο σε μεγάλη ηλικία, αλλά έχω παθιαστεί. Με κάνει να νιώθω νέα, μου δίνει δύναμη να συνεχίζω και κουράγιο να ξεπερνώ τα προβλήματά μου. Για μένα είναι η ψυχοθεραπεία μου», λέει.
Πίσω από τις συμμετοχές, τα χιλιόμετρα και τις γραμμές τερματισμού υπάρχει ένας δύσκολος καθημερινός αγώνας.
«Φρόντιζα την κατάκοιτη μητέρα μου μέχρι που έφυγε από τη ζωή, έχασα την αδελφή μου και τώρα φροντίζω τον ανήμπορο σύζυγό μου. Είμαι τα χέρια και τα πόδια του. Με το τρέξιμο, όμως, ξεφεύγω. Αυτοθεραπεύομαι και συνεχίζω στον αγώνα της ζωής», καταλήγει.
Τρεις άνθρωποι, τρεις διαφορετικές διαδρομές και ένας κοινός αντίπαλος: ο χρόνος. Μόνο που εκείνοι δεν προσπαθούν να τον σταματήσουν. Τον προσπερνούν, χιλιόμετρο το χιλιόμετρο.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA








