Παλαιότερα στην πολιτική, υπήρχε μια αθωότητα που σήμερα μοιάζει σχεδόν συγκινητική. Η εποχή όπου κάποιος έλεγε «ανήκω εδώ» και εννοούσε κάτι περισσότερο από το «εδώ έχω περισσότερες πιθανότητες να επανεκλεγώ». Κάποτε η κομματική ταυτότητα είχε βάρος. Μπορεί να ήταν, σκονισμένη, δογματική, ακόμη και κουραστική, αλλά πάντως είχε βάρος. Σήμερα, σε αρκετές περιπτώσεις, μοιάζει με καρτελάκι συνεδρίου: το φοράς όσο εξυπηρετεί, το αλλάζεις όταν αλλάζει η αίθουσα.
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Η ίδια η Βουλή αποτυπώνει αυτή τη ρευστότητα σχεδόν σκηνογραφικά. Βουλευτές ανεξαρτητοποιούνται, μετακινούνται, προσχωρούν, επανατοποθετούνται, ξαναβαφτίζουν τις διαφωνίες τους «πολιτική υπέρβαση» και τις προσωπικές τους στρατηγικές «ανάγκη της συγκυρίας». Κανείς, φυσικά, δεν λέει ποτέ: «Πηγαίνω εκεί όπου βλέπω καλύτερο εκλογικό μέλλον». Αυτό θα ήταν χυδαία έντιμο. Αντιθέτως, ακούμε για «συστράτευση», «ευθύνη», «πατριωτικό καθήκον», «μεταρρυθμιστικό πρόσημο», «προοδευτική απάντηση». Το ελληνικό πολιτικό λεξιλόγιο έχει μια σπάνια ικανότητα: μπορεί να μετατρέψει την αλλαγή φανέλας σε πράξη υψηλής ηθικής.
Βεβαίως, κάθε μετακίνηση δεν είναι αυτομάτως ύποπτη. Υπάρχουν ρήξεις αρχών. Υπάρχουν κόμματα που αλλάζουν, ηγεσίες που εκτρέπονται, πολιτικές διαφωνίες που δεν γεφυρώνονται. Μόνο που όταν οι μεγάλες αυτές υπαρξιακές ανακαλύψεις συμπίπτουν τόσο συχνά με τη φορά των δημοσκοπήσεων, η καχυποψία παύει να είναι κακία και γίνεται απλή υγιεινή της δημοκρατίας. Ιδίως όταν η έδρα μένει πάντα στη θέση της. Αλλάζει η αφήγηση, αλλά όχι η καρέκλα. Αυτή, ως γνωστόν, έχει μεταφυσική σταθερότητα.
Το φαινόμενο γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρον αν το δούμε δίπλα στη μεταβολή της ίδιας της κοινωνίας. Σε πρόσφατη δημοσκόπηση καταγραφόταν ότι μόλις ένα 3% δηλώνει πως ψηφίζει με βάση την ιδεολογία και ένα 7% με βάση την παραδοσιακή οικογενειακή ψήφο. Αν οι αριθμοί αυτοί λένε κάτι, είναι ότι η κάλπη κατέβηκε από τα σύννεφα και μπήκε στο πορτοφόλι. Ο πολίτης που δεν βγάζει τον μήνα δεν έχει πολυτέλεια να συγκινείται από μανιφέστα. Η ακρίβεια δεν αντιμετωπίζεται με συνεδριακές αποφάσεις. Η τσέπη μιλά πιο δυνατά από τα μεγάλα λόγια.
Όταν οι πολίτες ψηφίζουν όλο και περισσότερο με την τσέπη, αρκετοί πολιτικοί πολιτεύονται όλο και περισσότερο με το ένστικτο επιβίωσης. Η ιδεολογία γίνεται διακοσμητικό φυτό στο γραφείο. Το ποτίζεις όταν έρχονται κάμερες. Τις υπόλοιπες μέρες κοιτάς τις μετρήσεις, τα ποσοστά, τα ψηφοδέλτια, τις λίστες, τις εκλόγιμες θέσεις.
Έτσι, η πολιτική μετατρέπεται σε επάγγελμα υψηλής κινητικότητας. Ο βουλευτής δεν αυτοπροσδιορίζεται πλέον μόνο από το τι πιστεύει, αλλά από το πού χωράει. Χθες ήταν απέναντι. Σήμερα είναι συνοδοιπόρος. Αύριο, αν χρειαστεί, θα είναι κάτι τρίτο, πάντα με βλέμμα ανθρώπου που δεν μετακινήθηκε ο ίδιος, αλλά τον μετακίνησε η Ιστορία. Η Ιστορία, βεβαίως, στην Ελλάδα έχει αξιοθαύμαστη ευγένεια: σπανίως διαφωνεί με την προσωπική φιλοδοξία.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιος αλλάζει γνώμη. Στη δημοκρατία αυτό είναι δικαίωμα. Το πρόβλημα είναι όταν η αλλαγή γνώμης ακολουθεί με θρησκευτική ευλάβεια τη φορά του ανέμου. Όταν η πολιτική συνέπεια αντιμετωπίζεται ως συναισθηματικό κατάλοιπο και η ιδεολογία καταλήγει στα παλαιότερα των υποδημάτων. Όχι πεταμένη με θυμό αλλά με τάξη. Σαν παλιό ζευγάρι παπούτσια στην άκρη της ντουλάπας. Δεν τα φοράμε πια, αλλά τα κρατάμε μήπως χρειαστούν σε καμιά επέτειο.
Η δημοκρατία, όμως, δεν είναι γκαρνταρόμπα. Και η ψήφος δεν είναι leasing πολιτικής αξιοπρέπειας. Ο πολίτης έχει κάθε δικαίωμα να ψηφίζει με την αγωνία, το συμφέρον, την τσέπη ή τον θυμό του. Ο πολιτικός, όμως, όταν αλλάζει στέγη κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός, ας μη μας ζητά να τον χειροκροτήσουμε σαν να παρακολουθούμε πράξη αυτοθυσίας. Τις περισσότερες φορές δεν διώχθηκε από την έρημο των αρχών. Απλώς είδε φως σε άλλο κομματικό μαγαζί και μπήκε.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA




