Ο βανδαλισμός της δημόσιας περιουσίας δεν αποτελεί απλώς μια αντικοινωνική συμπεριφορά. Είναι μια σοβαρή παράνομη πράξη που ενεργοποιεί ένα αυστηρό πλέγμα κυρώσεων σε τρία διαφορετικά επίπεδα: ποινικό, αστικό και διοικητικό.
Tου δικηγόρου, Γιώργου Καραγεωργάκη

Σε ποινικό επίπεδο, ο νόμος αντιμετωπίζει τη φθορά δημόσιων πραγμάτων ως βαρύ αδίκημα. Ο δράστης διώκεται αυτεπαγγέλτως και κινδυνεύει με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, η οποία μπορεί να φτάσει και σε πολυετή κάθειρξη. Όταν η φθορά αφορά πράγματα που εξυπηρετούν το κοινό όφελος – δημόσια κτίρια, υποδομές, στάσεις μέσων μεταφοράς, σχολεία ή μνημεία – προβλέπεται αυστηρότερη ποινική μεταχείριση, ανάλογα με τις περιστάσεις και την έκταση της ζημίας. Ιδιαίτερη προστασία παρέχεται σε αρχαιολογικά, ιστορικά και καλλιτεχνικά μνημεία, που δυστυχώς όχι σπάνια «υποφέρουν» από βανδαλισμούς. Η καταδίκη επιβαρύνει το ποινικό μητρώο του υπαιτίου.
Σε αστικό επίπεδο, ισχύει η αρχή της αποζημίωσης. Ο βανδαλισμός γεννά την υποχρέωση πλήρους αποκατάστασης της ζημιάς. Το Δημόσιο ή ο αρμόδιος Δήμος μπορούν να στραφούν δικαστικά κατά του δράστη —ή των γονέων του, αν πρόκειται για ανήλικο— απαιτώντας να πληρώσει μέχρι και το τελευταίο ευρώ για τα έξοδα επισκευής ή αντικατάστασης του δημόσιου αγαθού.
Σε διοικητικό επίπεδο, οι αρχές επιβάλλουν χρηματικά πρόστιμα ανάλογα με την τοποθεσία και το είδος της φθοράς, όπως για την παράνομη αναγραφή συνθημάτων, την ρύπανση ή την πρόκληση φθορών σε κοινόχρηστους χώρους. Αυτά τα ποσά εισπράττονται μέσω της εφορίας και είναι ανεξάρτητα από τις ποινές των δικαστηρίων.
Η δημόσια περιουσία ανήκει σε όλους μας και χρηματοδοτείται από τους φόρους των πολιτών, ενώ τα πολιτιστικά αγαθά έχουν ανεκτίμητη πολιτιστική αξία. Επειδή, δυστυχώς, κάποιοι συμπολίτες μας αδυνατούν να το αντιληφθούν ή να το σεβαστούν, ο νόμος διασφαλίζει ότι το κόστος της καταστροφής της δεν θα το επιβαρύνεται η κοινωνία, αλλά ο ίδιος ο δράστης.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA





