Αν στα 60s και 70s αρκούσε να κρεμάσεις μια ταμπέλα που απαγόρευε οποιαδήποτε πολιτικη συζήτηση εντός του καφενείου, σήμερα οποιαδήποτε μετριοπαθή φωνή λογικής στα κοινωνικά δίκτυα πνίγεται στο μότο «misery loves company
Ένας συγγενής μου με καταγωγή από ένα χωριό του Νομού Κοζάνης μου μετέφερε την ιστορία του καφενείου. Κρατούσε από το 1960 μέχρι πριν από καμιά δεκαριά χρόνια όταν και άλλαξε ιδιοκτησία και σταμάτησε τη λετουργία του ως παραδοσιακό καφενείο. Μου έλεγε λοιπόν ότι ο πατέρας του είχε πάντα μια φωτογραφία του βασιλιά. Μετά το θάνατο του Παύλου, έβαλε την φωτογραφία του Κωνσταντίνου. Κι αφότου ήρθαν στα πράγματα οι συνταγματάρχες, έβαλε το Φοίνικα. Στη μεταπολίτευση ανήρτησε μια ταμπέλα που έγραφε ότι «αι πολιτικαί συζητήσεις απαγορεύονται». Κι αυτό διότι συχνά το καφενείο μετατρέπονταν απο χώρο «ζύμωσης» απόψεων σε … ρινγκ όπου εκφενδονίζονταν καρέκλες, και τραπέζια όχι γιατί κάποιος έκλεψε στην πόκα, αλλά επειδή προτιμούσε τον Ανδρέα και άλλος τον Καραμανλή.
Αυτή η εικόνα μου έρχεται στο μυαλό πολλάκις στην περίοδο της γιγάντωσης των social media, όπου καφενειακές συζητήσεις μεταφέρθηκαν στην οθόνη ενός υπολογιστή. Οι επιθέσεις ομάδας νεαρών στους δυο τρανσέξουαλ, οι προπηλακισμοί εναντίον του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ μέσα στο κέντρο της Θεσσαλονίκης δεν ήταν τίποτα περισσότερο από την κορύφωση μια επαγωγικά εξελισσόμενης ασύδοτης έκφρασης μίσους η οποία αναδεικνύεται τα τελευταία χρόνια ολοένα και περισσότερο από τη βοήθεια της τεχνολογίας. ‘Ετυχε να μλήσω με κάποιους από αυτούς που κάλλιστα θα μπορούσαν να μετέχουν στα επεισόδια εναντίον των δυο δύστυχων τρανσέξουαλ ατόμων που υπέστησαν αυτήν τη βάρβαρη επίθεση. Αν και οι επιθέσεις τους εμπίπτουν στους περισσότερους νομικούς ορισμούς του εγκλήματος μίσους, επέμειναν όλοι ότι οι επιθέσεις τους δεν είχαν κίνητρο το μίσος για τους ομοφυλόφιλους.
Με άλλα λόγια, μέσω του ετεροσεξισμού, όποιος άνδρας αρνείται να αποδεχθεί την ανάθεση της κατάλληλης ανδρικής συμπεριφοράς από την κυρίαρχη κουλτούρα χαρακτηρίζεται από νωρίς ως «αδερφή» και στη συνέχεια υποβάλλεται σε εκφοβισμό. Ομοίως, κάθε γυναίκα που αντιτίθεται στην ανδρική κυριαρχία και έλεγχο μπορεί να χαρακτηριστεί ως λεσβία και να δεχθεί επίθεση. Η δυνατότητα εξοστρακισμού ως ομοφυλόφιλου, ανεξάρτητα από τις πραγματικές σεξουαλικές έλξεις και συμπεριφορές, ασκεί πίεση σε όλους τους ανθρώπους να συμμορφωθούν με ένα στενό πρότυπο κατάλληλης συμπεριφοράς φύλου, διατηρώντας και ενισχύοντας έτσι την ιεραρχική δομή φύλου της κοινωνίας μας.
Η βία κατά ατόμων της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με ένα απλό ψυχολογικό στοιχείο όπως το μίσος ή η καταπιεσμένη ομοφυλοφιλία. Πρόκειται για έναν συνδυασμό κυρίως κοινωνικών παραγόντων. Σε μια κοινωνία όπου η βία είναι αποδεκτή και η σεξουαλική διαφορετικότητα απορρίπτεται, η μειονότητα αυτή λειτουργεί σαν ιδανικό πεδίο έκφρασης για νέους άνδρες που επιθυμούν να αποδείξουν την αρρενωπότητά τους, να αποκτήσουν κοινωνική αποδοχή και να αντισταθούν στην ανασφάλειά τους. Αυτό γίνεται πιο εμφανές καθώς η ετεροφυλοφιλία γίνεται όλο και πιο συνυφασμένη με την αρρενωπότητα και οι ομοφυλόφιλοι άνδρες και οι λεσβίες γίνονται ορατοί στα μέσα ενημέρωσης και την ποπ κουλτούρα μέσω των κοινωνικών δικτύων.
Επιπλέον, για τα άτομα που ανήκουν σε οικονομικά και κοινωνικά περιθωριοποιημένες ομάδες, ιδίως οι ομοφυλόφιλοι άνδρες, είναι εύκολοι στόχοι λόγω της συμβολικής ταύτισής τους με την κοινωνική ανωτερότητα.
Αν ρωτήσει κανείς τους επιτιθέμενους στους ομοφυλοφίλους, θα διαπιστώσει ότι η βία κατά των ομοφυλοφίλων μπορεί να ερμηνευτεί κυρίως ως έκφραση διαχειρισμένων πολιτισμικών κανόνων, παρά ως έκφραση ατομικού μίσους. Αυτή η διάκριση εξηγεί γιατί οι επιτιθέμενοι συνήθως δεν εκφράζουν ενοχές παρά το γεγονός ότι η πολιτισμική τους εχθρότητα αντιμετωπίζεται ως τρομοκρατία από τα μέλη της κοινότητας. Οι άνθρωποι που έχουν επιτεθεί σε ομοφυλόφιλους συνήθως δεν ταυτίζονται με την εικόνα του μισαλλόδοξου εξτρεμιστή
Κι αν στα 60s και 70s αρκούσε να κρεμάσεις μια ταμπέλα που απαγόρευε οποιαδήποτε πολιτική συζήτηση εντός του καφενείου, σήμερα οποιαδήποτε μετριοπαθή φωνή λογικής στα κοινωνικά δίκτυα πνίγεται στο μότο «misery loves company». Κι όσο οι νέοι που μεγάλωσαν σε μια εποχή οικονομικής κρίσης και κορωνοϊού χάνουν ολοένα και περισσότερο τις ελπίδες τους τόσο περισσότερο θα αναζητούν συγκινήσεις που θα οδηγούν σε υπερβολικές επιδείξεις αρρενωπότητας με απρόβλεπτες αν και συνήθως καταστροφικές συνέπειες.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ KARFITSA


